Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012


Για ποιον λόγο η Ανάπτυξη δεν θα έρθει ποτέ στην Ελλάδα:


1.Μία κλασική επαγγελία των πολιτικών ανά τoν κόσμο είναι ότι, λόγω της διακυβέρνησης που πρόκειται να ασκήσουν, θα έρθουν «ξένες επενδύσεις» στην χώρα.
Οι άμεσες ξένες επενδύσεις γινόταν πριν την εποχή της παγκοσμιοποίησης, ώστε οι πολυεθνικές να αποφεύγουν τους υψηλούς φόρους εισαγωγής και να αποφεύγουν τον άνισο ανταγωνισμό από τους ντόπιους επιχειρηματίες. Παρήγαγαν το προϊόν τους μέσα στην χώρα κατανάλωσης, χρησιμοποιούσαν ντόπιους εργάτες και έτσι ανταγωνιζόταν τους ντόπιους επιχειρηματίες επί ίσοις όροις.
Τώρα πλέον που δεν υπάρχουν φόροι στα εισαγόμενα προϊόντα (λόγω παγκοσμιοποίησης και συμμετοχής σε Π.Ο.Ε και Ε.Ε.), κανένας ξένος επενδυτής δεν έχει κίνητρο να παράγει κάτι στην Ελλάδα, ώστε να κερδίσει την αγορά της. Καλύτερα είναι να έχει συγκεντρωμένη όλη την παραγωγή του σε μια φτηνή  (με υποτιμημένο νόμισμα) και εξαθλιωμένη χώρα και να εξάγει σε όλες τις υπόλοιπες. 
Εξάλλου, λόγω ύφεσης, ανεργίας, φτώχειας και γενικής απενταρίας, δεν υπάρχει και κάποια κερδοφόρα αγορά με υψηλή ζήτηση στην Ελλάδα. Συνεπώς, έχει χαθεί το κίνητρο ακόμα και για κάποια μικρή επένδυση εμπορικού χαρακτήρα (εισαγωγή, αποθήκευση, λιανεμπόριο), που δεν εμπλέκει την παραγωγή.

2. Με δεδομένο ότι είναι απίθανο να έρθουν επενδυτικά κεφάλαια από το εξωτερικό, θα έπρεπε να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στην ντόπια επιχειρηματικότητα. Αλίμονο, όμως! Οι επίδοξοι Έλληνες επιχειρηματίες θα έχουν να αντιμετωπίσουν ανταγωνιστικά προϊόντα που εισάγονται από χώρες με φτηνό νόμισμα και χαμηλές επιβαρύνσεις σε φόρους και εισφορές. Το αποτέλεσμα θα είναι να μην μπορέσουν να πάρουν μερίδιο αγοράς και να χρεοκοπήσουν. 
Αν σε αυτό προσθέσουμε και το απελπιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον (ανυπαρξία ζήτησης, αδυναμία των τραπεζών να δανείζουν κεφάλαια, ασυνέπεια του κράτους στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του), η οποιαδήποτε ελπίδα θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως εμμονή και παραλογισμός.

3. Υπάρχει και η «πιπίλα» της πώλησης της δημόσιας περιουσίας και των ιδιωτικοποιήσεων. Οι πιθανοί αγοραστές των υποδομών, γνωρίζοντας ότι έχει καταρρεύσει η ζήτηση της ελληνικής αγοράς και παράλληλα έχουν αυξηθεί παράλογα οι απαιτήσεις των δανειστών μας επί οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας, θα αγόραζαν περιουσία μόνο με σκοπό να την μεταπωλήσουν σε κάποιον άλλον, που θα ήθελε να την αγοράσει για άγνωστο λόγο. Το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα είναι απολύτως αβίωτο και κανένας δεν περιμένει να βγάλει κέρδη από ένα μέρος όπου υπάρχουν μόνο χρέη, απόγνωση, αυτοκτονίες, λουκέτα και συλλήψεις επιχειρηματιών.
Άλλωστε, αν κάτι ήταν κερδοφόρο, θα το πουλούσαν;

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Ο αδελφός μου παραπονιόταν: «είναι δυνατόν να αγοράζουμε ντομάτες με 2 ευρώ στο σούπερ μάρκετ τον Αύγουστο;» . Με έβαλε σε σκέψεις για το πόσο ανυπεράσπιστοι είμαστε απέναντι στην αυθαιρεσία και τον μαυραγοριτισμό της «αγοράς» που υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής των πολιτών ροκανίζοντας τον καθημερινό κόπο τους με το «έτσι θέλω – τόσο πουλάω». Θύμωσα λίγο όταν ανέφερε τα καρτέλ, τις κάτω του κόστους τιμές παραγωγού, τους κακοπληρωμένους υπαλλήλους των σούπερ μάρκετ, τις ψεύτικες προσφορές, τα αλλοιωμένα προϊόντα που πωλούνται χωρίς ντροπή. Σκέφτηκα ότι το κράτος εδώ και τόσο καιρό δεν μπορεί να ελέγξει τις τιμές των καθημερινής χρήσης προϊόντων. Και πως θα μπορούσε άλλωστε να το κάνει πραγματικά; Δεν πιστεύω ότι το κράτος πραγματικά μπορεί να ελέγξει τις τιμές από το μεγαλύτερο μέχρι το μικρότερο μαγαζί σε όλη την επικράτεια. Πάντα θα βρίσκουν τρόπους οι κακοί επαγγελματίες να εξαπατούν τους συμπολίτες τους και την πολιτεία. Και ο οποιοσδήποτε έλεγχος παρακάμπτεται λόγω της διαφθοράς των ελεγκτών.
Μετά ανέφερε ο αδελφός μου και το κλισέ: «δεν υπάρχει ανταγωνισμός». Δεν νομίζω ότι το κράτος μπορεί να επιβάλει τον ανταγωνισμό. Στο μυαλό μου ήρθε ο πολίτης ως παράγοντας της αγοράς. Αυτός έχει κίνητρο να μειώσει την αισχροκέρδεια … αλλά μπορεί; Πώς να μπορέσει; Ο πολίτης δεν είναι κράτος, δεν είναι εξουσία, δεν είναι υπουργός, δεν είναι αγορανομία. Βέβαια, τώρα τελευταία ακούω ότι υπάρχουν οργανώσεις καταναλωτών, και βλέπω στην τηλεόραση εκπροσώπους τους να καταγγέλλουν τους εμπόρους για τις πρακτικές τους, να διαμαρτύρονται, να παρουσιάζουν στοιχεία, να υποβάλουν μηνύσεις. Αποτέλεσμα όμως δεν υπάρχει.
«Και δεν μπορούσαν αυτές οι οργανώσεις, αντί να διαμαρτύρονται και να μηνύουν, να κάνουν κάτι ποιο ουσιώδες;», τον ρώτησα. «Σαν τι;» μου απάντησε αυτομάτως. «Να ιδρύσουν ένα σουπερμάρκετ για τα μέλη τους, που να πουλάει στο κόστος τα προϊόντα χωρίς να επιδιώκει κανένα κέρδος. Οι καταναλωτικές οργανώσεις επιδιώκουν την εξυπηρέτηση των μελών τους και όχι το κέρδος».
Τελειώνοντας την φράση μου συνειδητοποίησα ότι είχα βρει «το αυγό του Κολόμβου». Πράγματι, μία τέτοια κίνηση θα έφερνε ανταγωνισμό στην αγορά, θα έδινε το πλεονέκτημα στον καταναλωτή να δράσει αντί να είναι παθητικός, να είναι παράγοντας στο παιχνίδι, να χειραγωγεί την αγορά κατά τα συμφέροντά του. Το ίδιο πράγμα θα μπορούσαν να κάνουν και τα κόμματα με τον χαρακτήρα τους ως «οργανώσεις πολιτών» ή και η εκκλησία ως «ποίμνιο»: να ιδρύσουν δικά τους μη κερδοσκοπικά καταστήματα για τα μέλη τους. Μήπως τελικά τα κόμματα του μέλλοντος θα είναι οι καταναλωτικές οργανώσεις; Αφού τα κόμματα δεν έχουν οράματα και πολιτικές θέσεις, μήπως θα μπορούσαν τουλάχιστον να δώσουν πρακτικές λύσεις σε ουσιώδη καθημερνά προβλήματα ποιότητας ζωής χρησιμοποιώντας την αυτοοργάνωση; Μήπως η αυτοοργάνωση είναι ποιο αποτελεσματική από το κυνήγι της εξουσίας; Μήπως ο πολίτης πρέπει να γίνει παράγοντας εξουσίας ο ίδιος, αντί να είναι χαζοψηφοφόρος;
Παλιά το κράτος είχε κατηγορηθεί (δίκαια) ότι είναι κακός επιχειρηματίας. Ο πολίτης όμως που συνεταιρίζεται και έμμεσα γίνεται επιχειρηματίας, είναι και αυτός κακός επιχειρηματίας; Και μήπως οι ιδιώτες είναι καλοί επιχειρηματίες; Τα κόμματα απέτυχαν, η πολιτική όμως και ο πολίτης έχουν ελπίδα. Η εξουσία είναι αλλοτριωμένη όσο και αν αλλάζουν τα πολιτεύματα και οι κυβερνήσεις. Η κοινωνία όμως είναι αδιάφθορος φύλακας του εαυτού της.