Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Το συγκριτικό μειονέκτημα


Ξεκινώντας από τον Ricardo
Η θεωρία (μάλλον παρατήρηση θα την χαρακτήριζα) του Ricardo για το "συγκριτικό πλεονέκτημα" αφορούσε την παραγωγικότητα της εργασίας μεταξύ διαφορετικών οικονομικών τομέων. Τον καιρό που ζούσε ο David Ricardo, η Βρετανία είχε δυο διακριτούς τομείς οικονομίας: την αγροτική και τη βιομηχανική. Η βιομηχανία είχε εξελίξει την παλιά μεταποίηση αυξάνοντας κατά πολύ την παραγωγικότητά της, λόγω του βιομηχανικού προτύπου εργασίας σε συνδυασμό με την εκμηχάνιση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η γεωργική οικονομία υστέρησε παραγωγικά μέσα σε μια οικονομία που διέθετε και τους δυο τομείς.

Ο Ricardo σκέφτηκε ότι αν μεταφερόταν η εργασία από τον υποπαραγωγικό γεωργικό τομέα στον καλπάζοντα μεταποιητικό, η παραγωγικότητα και ο πλούτος θα αυξανόταν και η χώρα θα προόδευε. Έμμεσα παραδεχόταν πως η κοινωνία δεν μπορεί ταυτόχρονα να επανδρώσει και τους δυο τομείς της οικονομίας και πρέπει να επιλέξει τον ωφελιμότερο εκ των δύο με απόλυτο τρόπο, μεταβαίνοντας σε πρότυπο βιομηχανικής κοινωνίας.

Το εύλογο κενό που προέκυπτε στον πρωτογενή τομέα δεν ήταν καθόλου δύσκολο και καθόλου ακριβό να καλυφθεί με εισαγωγές από άλλες χώρες, οι περισσότερες εκ των οποίων ήταν αποικίες της Βρετανίας και δεν είχαν άλλη οικονομία εκτός της αγροτικής. Το όφελος ήταν διπλό, διότι τα εισαγόμενα αγροτικά προϊόντα ήταν φτηνότερα από τα τοπικά, άρα η εισαγωγή τους μείωνε το κόστος. Από την άλλη μεριά, όπως προείπαμε, η βιομηχανική παραγωγή αύξανε τα κέρδη.

Αυτό που δεν είπε ο Ricardo είναι ότι στις αποικίες και τις ξένες χώρες όπου η εργασία απασχολείται στους υποπαραγωγικούς τομείς της γεωργίας -ενώ τα βιομηχανικά προϊόντα προέρχονται από εισαγωγές- θα υπάρχει συσσώρευση της ζημίας. Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν μπορεί να αγοράσει την υψηλή, χωρίς έλλειμμα. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο νομοτελειακά απομυζάται η αποικία από την μητρόπολη, οι χώρες με μοναδική οικονομία την πρωτογενή είναι φτωχές και υπανάπτυκτες, ενώ οι βιομηχανικές γίνονται πλούσιες και επικρατούσες. Αυτός είναι επίσης ο λόγος που εκσυγχρονισμός και πρόοδος θεωρήθηκε η εκμηχάνιση, η εκβιομηχάνιση και η υποκατάσταση της εισαγωγής της μεταποίησης. Οι εισαγωγές είναι καλές μόνο όταν φέρνουν αποκλειστικά γεωργικά προϊόντα, επιτρέποντας την εργασία να επενδυθεί σε υψηλή παραγωγικότητα στο εσωτερικό.

Ο νέος μερκαντιλισμός

Η παρατήρηση του Ricardo ήταν ο νέος μερκαντιλισμός, όπου ο ρόλος του εμπορίου πόρων έναντι μετάλλων αντικαταστάθηκε από το εμπόριο φτηνών αγροτικών έναντι ακριβών βιομηχανικών προϊόντων. Η επιμονή της Κίνας στο παλιό εμπόριο που της απέφερε άργυρο, οδήγησε στους πολέμους του οπίου. Σήμερα η Κίνα αντέστρεψε τους όρους, υιοθετώντας το νέο εμπόριο των βιομηχανικών προϊόντων έναντι ομολόγων και χρέους από την Δύση και πρώτων υλών από την Αφρική που την αποικιοποιεί εκ νέου.

Το παράδειγμα της Κίνας

Καλό είναι να παρατηρήσουμε και την μετάβαση της Κίνας από τον παλιό μερκαντιλισμό στον νέο. Ο Μάο ανέλαβε να εκσυγχρονίσει την οικονομία προς όφελος του λαού του. Για να μεταβεί σε βιομηχανική οικονομία έπρεπε αφ' ενός να δημιουργήσει τον τότε ανύπαρκτο βιομηχανικό κλάδο και κατόπιν να στρέψει την εργασία στην βιομηχανία. Όμως, δεν θέλησε να παραδεχθεί ότι αυτό θα έπρεπε να συμπληρωθεί με εισαγωγές του αγροτικού τομέα τον οπόιο όφειλε να εγκαταλείψει. Δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει με απομονωτισμό, διότι οι αγρότες του δεν θα μπορούσαν να εργάζονται ταυτόχρονα και στους δυο τομείς. Έτσι κι έγινε. Οι αγρότες ασχολήθηκαν με τις υψικαμίνους των χωριών που βρισκόταν δίπλα στους αγρούς για να μπορούν να εκτελούν και τους δυο ρόλους. Απέτυχαν στον ρόλο του αγρότη και ακολούθησε η πείνα.

Όταν εφαρμόζεις τους νόμους του Ricardo πρέπει να τους εφαρμόζεις πλήρως και όχι να κάνεις μισοδουλειές. Ο διάδοχος του Μάο τα κατάφερε επειδή έσπασε τον απομονωτισμό και άνοιξε τις πύλες της χώρας στο εμπόριο αντί να στραφεί στην τραγική “πολιτιστική επανάσταση”. Έτσι, μπόρεσε με επιτυχία να μεταβεί στον νέο μερκαντιλισμό του Ricardo και να κάνει την Κίνα νεοαποικιακή δύναμη, μετατρέποντας τους παλιούς αποικιοκράτες σε εμπορικούς υποτελείς της.

Το ελεύθερο εμπόριο

Ο Ricardo θεωρήθηκε ως υπέρμαχος του “ελεύθερου” (αδασμολόγητου) εμπορίου επειδή έβλεπε την χρησιμότητά του στον πλουτισμό μιας βιομηχανικής δύναμης. Μάλιστα, η πρόοδος της χώρας του που βασίστηκε στις παρατηρήσεις του θεωρήθηκε επιβεβαίωση των “ελεύθερων αγορών” και της μετέπειτα παγκοσμιοποίησης. Όμως, τον καιρό του Ricardo, η Κίνα δεν είχε βιομηχανία και το αδασμολόγητο εμπόριο δεν μπορούσε να αφορά βιομηχανικές εισαγωγές στην Βρετανία, πράγμα που είναι πραγματικότητα στην σημερινή εποχή. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός του Ricardo αφορούσε ελεύθερες εισαγωγές μόνο των φτηνών προϊόντων και με ταυτόχρονη παραγωγή και αυτονόητη εξαγωγή μόνο των ακριβών. Έτσι, όταν εφαρμόστηκε ο φιλελευθεριμός σε διαφορετικές συνθήκες, είχε διαφορετικά αποτελέσματα. Τον παλιό καιρό, πλούτισε την βιομηχανική Δύση, ενώ σήμερα την χρεοκόπησε.

Η αποτυχία της Ελλάδας

Η Ελλάδα με την “αναγκαστική” υιοθέτηση της παγκοσμιοποίησης, έθεσε τον εαυτό της στην θέση της Βρετανίας του Ricardo αλλά σε μια εποχή διαφορετική από την δική του και σε άλλες συνθήκες. Νόμιζε ότι οι φτηνές εισαγωγές θα της δίνανε πλούτο αλλά αυτές δεν αφορούσαν αγροτικά προϊόντα που ανταλλάσσονταν με βιομηχανικά. Με μισές αλήθειες φτάσαμε στο δόγμα ότι “οι εισαγωγές είναι καλές” άρα, “ας κάνουμε μόνο εισαγωγές”. Δεν αγοράζαμε από το εξωτερικό τα προϊόντα της εργασίας χαμηλής παραγωγικότητας, ανταλλάσσοντάς τα με προϊόντα υψηλής παραγωγικότητας (όπως θα έκανε η Γερμανία). Κάναμε εισαγωγές ανταλλάσσοντάς τες με έλλειμμα (ισοζυγίου πληρωμών) και ανεργία (μηδενική παραγωγικότητα). Η βιομηχανική μας παραγωγή υποκαταστάθηκε από τις λάθος εισαγωγές -βιομηχανικών προϊόντων- με τρόπον ώστε και η εισαγωγή των αγροτικών προϊόντων να μην στηρίξει την βιομηχανική παραγωγή όπως έγινε στην Βρετανία του Ricardo. Η χώρα μας έγινε αποικία τόσο των αγροτικών όσο και των βιομηχανικών χωρών και τώρα απλά αλλάζει αφεντικά από καιρό σε καιρό. Η λήξη του ψυχρού πολέμου μας αφαίρεσε την αλλοτινή γεωστρατηγική μας σημασία και μας κατέστησε άχρηστους στο παγκόσμιο σύστημα. Τελευταία μας ελπίδα είναι να επιβιώσουμε ως αποχετευτικό σύστημα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος για όσον καιρό αυτό υπάρχει.