Όταν μπήκε η Ελλάδα στην ΕΟΚ, αποτελούσε τη μύγα μέσα στο γάλα. Η ΕΟΚ ήταν μια λέσχη με πολύ ισχυρά κράτη, σε παγκόσμια κλίμακα. Μέλη της λέσχης λοιπόν ήταν μέλη του συμβολίου ασφαλέιας του ΟΗΕ, πυρηνικές δυνάμεις, παγκόσμια οικονομικα κέντρα και πανίσχυρες οικονομίες, παγκόσμιοι πρωτοπόροι των τεχνολογιών και της βιομηχανίας.
Αν και πλήρως ασήμαντη σε σχέση με τους εταίρους της, η Ελλάδα είχε όλα τα δικαιώματα που είχαν οι υπόλοιποι. Αυτά τα δικαιώματα είχαν την σκοπιμότητα να πείσουν τα ισχυρά μέλη να εμπιστευτούν τον Οργανισμό και λείτουργούσαν ως διασφαλίσεις ότι ένας ή περισσότεροι εταίροι δεν θα θίξουν τα συμφέροντα των άλλων. Δεν θα μπορούσε να πειστεί για παράδειγμα η Γαλλία ή η Ιταλία να συμμετέχουν στην ΕΟΚ αν υποψιαζόταν ότι θα τους επιβαλλόταν η Αγγλία ή η Γερμανία ή και μια συπαιγνία αυτών. Για να έχουν ανα πάσα στιγμή την δυνατότητα να αμυνθούν σε εις βάρος τους συσχετισμούς, τους δόθηκε το δικαίωμα βέτο, δηλαδή η δυνατότητα να ανατρέψουν μια απόφαση αν και μειοψηφούσες. Αυτό το υπερβολικό δικαίωμα δόθηκε για να προστατευθούν τεράστια συμφέροντα πολύ σημαντικών, για την υφήλιο, κρατών.
Η Ελλάδα βρέθηκε να έχει δυνατότητες που αφορούσαν κράτη άλλης κλάσεως αν και η ίδια ήταν σαν μια πάμφτωχη νύφη μιας βαθύπλουτης οικογένειας. Η αριστοκρατική οικογένεια της ΕΟΚ ευελπιστούσε ότι ασήμαντα κράτη θα άκουγαν, θα έβλεπαν και δεν θα μιλούσαν, ίσως έχοντας στο μυαλό τους το παράδειγμα της πρώτης ασήμαντης χώρας που είχε μπει στην οικογένεια, λίγο πιο πριν: της Ιρλανδίας, ενός ποντικιού που ζούσε στην φωλιά των λιονταριών και που είχε την άψογη συμπεριφορά του πτωχού και μουγγού συγγενή.
Όμως, με ηγέτη τον ανήσυχο Α. Παπανδρέου η Ελλάδα δεν ήταν καθόλου υποτονική. Η ανησυχία του Ανδρέα (εκφράστηκε εγγράφως με υπόμνημα τον Μάρτιο του 1982) ήταν ότι, η Ελλάδα θα συνθλιβόταν ανάμεσα στις μυλόπετρες των υπερδυνάμεων. Φοβόταν ότι η παραγωγή θα υποχωρούσε ραγδαία, υπέρ των εισαγωγών, καθώς η χώρα δεν θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τα ώριμα καπιταλιστικά κράτη. Συνεπώς, ανέμενε μια κατάρρευση του ιδιωτικού τομέα με αποτέλεσμα την ανεργία, τη φτώχεια, την αποβιομηχάνιση και την οπισθοδρόμηση της χώρας.
Ο Παπανδρέου θεωρούσε ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΟΚ δεν ήταν βιώσιμη και ότι θα έπρεπε να αποζημιωθούμε για την αποδιάρθρωση της οικονομίας μας, δηλαδή η ΕΟΚ έπρεπε να πληρώσει για να μας έχει. Με δικαιολογία την σύγκλιση (δηλαδή την ενδυνάμωση της Ελλάδας στο ίδιο επίπεδο με τους ισχυρούς) ζήτησε την ενίσχυση από την ΕΟΚ των αδύναμων μελών της. Αυτό δεν θα γινόταν δεκτό χωρίς πίεση.
Έτσι, ο Παπανδρέου απείλησε με βέτο την ένταξη της Ισπανίας και Πορτογαλίας, εκβιάζοντας κεφαλαιακές μεταβιβάσεις προς τα αδύναμα μέλη, υπό το κάλυμμα της αναπτυξιακής βοήθειας με (υποτιθέμενο) σκοπό την σύγκλιση. Ο Παπανδρέου πέτυχε τον σκοπό του που υλοποιήθηκε με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και δημιούργησε έναν μόνιμο μηχανισμό για όλες τις σταχτοπούτες της ΕΟΚ.
Αυτή η νίκη των μικρών δημιούργησε σκεπτικισμό. Ειδικά, η χρήση του βέτο σε πολλούς πρέπει να φάνηκε καταχρηστική διότι το βέτο ήταν ένας θεσμός άμυνας τον συμφερόντων μεταξύ των μεγάλων χωρών και τώρα μετατράπηκε σε επιθετικό εργαλείο για την επιβολή των μικροσυμφερόντων των αδυνάτων επί των ισχυρών.
Έτσι, ο Παπανδρέου απείλησε με βέτο την ένταξη της Ισπανίας και Πορτογαλίας, εκβιάζοντας κεφαλαιακές μεταβιβάσεις προς τα αδύναμα μέλη, υπό το κάλυμμα της αναπτυξιακής βοήθειας με (υποτιθέμενο) σκοπό την σύγκλιση. Ο Παπανδρέου πέτυχε τον σκοπό του που υλοποιήθηκε με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και δημιούργησε έναν μόνιμο μηχανισμό για όλες τις σταχτοπούτες της ΕΟΚ.
Αυτή η νίκη των μικρών δημιούργησε σκεπτικισμό. Ειδικά, η χρήση του βέτο σε πολλούς πρέπει να φάνηκε καταχρηστική διότι το βέτο ήταν ένας θεσμός άμυνας τον συμφερόντων μεταξύ των μεγάλων χωρών και τώρα μετατράπηκε σε επιθετικό εργαλείο για την επιβολή των μικροσυμφερόντων των αδυνάτων επί των ισχυρών.
Σίγουρα, πέρασε από το μυαλό κάποιων να καταργηθεί το βέτο αλλά αυτό θα ήταν σοβαρός λόγος για τα ισχυρά κράτη να νιώθουν ότι έπρεπε να αποχωρήσουν από την ΕΟΚ, καθώς δεν υπήρχαν πια εγγυήσεις για την ασφάλεια των συμφερόντων τους. Από την άλλη, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό να υπάρχουν διαφορετικά δικαιώματα για τα μέλη. Αυτό θα ισοδυναμούσε με εκπαραθύρωση των αδύναμων μελών από την ΕΟΚ. Πώς θα μπορούσαν, λοιπόν, να παραμένουν όλα τα μέλη της Κοινότητας εντός αυτής χωρίς να υπάρχουν λόγοι αποχώρησης είτε του Οίκου των ισχυρών ή του Οίκου των αδυνάμων?
Μια λύση θα ήταν να έχουν όλοι τα ίδια δικαιώματα αλλά οι ανίσχυροι να μην τα ασκούν. Ακούγεται αντιφατικό αλλά θα ήταν αποτελεσματικό. Ένας απλός τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα ήταν να επιλέγονται οι πολιτικές ηγεσίες των ανίσχυρων κρατών από τα ισχυρά ή από την γραφειοκρατία της ΕΟΚ που φιλοδοξούσε να μετατραπεί αργότερα σε ΕΕ.
Μια λύση θα ήταν να έχουν όλοι τα ίδια δικαιώματα αλλά οι ανίσχυροι να μην τα ασκούν. Ακούγεται αντιφατικό αλλά θα ήταν αποτελεσματικό. Ένας απλός τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα ήταν να επιλέγονται οι πολιτικές ηγεσίες των ανίσχυρων κρατών από τα ισχυρά ή από την γραφειοκρατία της ΕΟΚ που φιλοδοξούσε να μετατραπεί αργότερα σε ΕΕ.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν ειδικά την Ελλάδα που ήταν η πρώτη που αμάρτησε. Αφορά όλες τις δευτέρας κλάσεως χώρες που ανταγωνιζόταν πχ στην κοινή αγροτική πολιτική, τις επιδοτήσεις, είχαν εθνικά θέματα όπως τα δικά μας με την κρίσιμης σημασίας Τουρκία. Όσο σκεπτικισμό προκαλούσε ο Παπανδρέου, σήμερα το προκαλεί ο Ορμπάν. Γενικά, είναι μεγάλη πρόκληση να επιμένουν τα μικρά κράτη στα εθνικά τους συμφέροντα που η Ευρώπη τα θεωρεί ασήμαντα. Τα μικρότερα κράτη δεν πρέπει να έχουν εθνικά συμφέροντα ούτε πεισματικές επιδιώξεις που να απασχολούν την ΕΕ, σκανδαλίζοντας τους μεγάλους.
Η ύπαρξη διεκδικητικών ηγετών όπως ο Παπανδρέου, ο Ορμπάν, ή ο Σαλβίνι ειναι παράγοντες κινδύνου. Και επειδή τα εθνικά συμφέροντα ποικίλων κρατών ... ποικίλουν, η μεροληπτική αποσιώπηση των ισχνών φωνών είναι μια ρεαλιστική μορφή ευρωπαϊκής συναίνεσης.
Ο μηχανισμός πολιτικού σχεδιασμού της ΕΕ, λοιπόν, έχει πολύ ισχυρό κίνητρο να επιλέγει και να κατασκευάζει τις πολιτικές ηγεσίες όλων των μελών της, αν και αυτό είναι εφικτό μόνο έναντι των αδυνάμων.
Μάλλον δεν ήταν τυχαίο ότι τον Ανδρέα τον διαδέχτηκε το outsider Σημίτη και παρομοίως έγινε και σε πολλά άλλα κράτη. Μετά την πρώτη γενιά ηγετών με ισχυρή προσωπικότητα περάσαμε σε εποχές με καθολική έλλειψη ηγεσίας, σε όλους τους ιδεολογικούς χώρους. Δεν υπάρχει σήμερα νεοφιλελεύθερος με την πυγμή της Θάτσερ ούτε Χριστιανοδημοκράτης σαν τον (ξεχασμένο ακόμα και εν ζωή) Κωλ κλπ. Αντίθετα, βλέπουμε τους Μπαρόζους, τις Δαμανάκες, τον Γιούγκερ, τους Φερχόφσταντ να ηγούνται. Κάτι κακομοιρούληδες σαν τον Μακρόν χειροκροτούνται ως πυλώνες ευρωπαϊσμού, ενώ και η Μέρκελ είναι μια επίσης κακομοίρα θείτσα που παλεύει για να επιβιώσει πολιτικά και όχι για να ηγηθεί. Αντίθετα, μόνο έξω από την ΕΕ έχουμε ηγέτες, όπως ο Ερντογάν, ο Πούτιν, ο Νετανιάχου και, φυσικά, ο Τραμπ.
Η ΕΕ έχει υπαρξιακούς λόγους να προωθεί τους ηγέτες που έχουν δώσει όρκο πίστεως και υπηρεσίας στην ευρωπαϊκή προοπτική. Αυτοί είναι βάσαλοι της ΕΕ που εγγυώνται την ιεράρχηση των εθνικών τους αναγκών πολύ πιο κάτω από τις ευρωπαϊκές ανάγκες. Αυτοί αμείβονται και προικίζονται για να ανέλθουν και τους χαρίζονται νίκες για να εδραιωθούν στην συνείδηση του λαού τους ως αποτελεσματικοί, ικανοί, πετυχημένοι.
Στην Ελλάδα βλέπουμε να εμφανίζονται περίεργες πρωτοβουλίες, όπως το Ποτάμι, με “κεντρώο” χαρακτήρα, δηλαδή με διπλή άρνηση και ετεροπροσδιορισμό ως προς κάποιον αριστερό ή δεξιό χαρακτήρα και κύριο στίγμα τον “ευρωπαϊσμό”. Το κόμμα αυτό προσπαθούσε φανερά να γίνει εταίρος της κυβέρνησης αλλά η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που κατέστη βασιλικότερος τους βασιλέως κατέστησε το ποτάμι περιττό στην παρούσα φάση. Νομίζω όμως πως η δημιουργία του έγινε αποκλειστικά για να ελεγχθεί η θρυλούμενη ριζοσπαστικότητα του ΣΥΡΙΖΑ, όταν υπήρχε ακόμα φόβος για την αφοσίωσή του και την υποταγή του στην Ανωτέρα Δύναμη. Πρόκειται για ολοφάνερο παρεμβατικό κατασκεύασμα της ΕΕ εντός της Ελλάδας το οποίο τελικά δεν φάνηκε απαραίτητο και μάλλον η διάλυσή του έγινε για να ικανοποιηθεί αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ προς την ΕΕ.
Εννοείται πως, η στρατηγική κατασκευής αντεθνικών ηγετών -όπου ήταν αυτό δυνατό- ξεκίνησε πανευρωπαϊκά πολύ πριν την κρίση και ήταν ήδη χρήσιμο εργαλείο όταν αυτή εισήχθη στην Ευρώπη εξ Αμερικής. Όμως, η κρίση έγινε ευκαιρία για να νομιμοποιηθεί ο υποβιβασμός των μικρών κρατών, θεσμικά πλεόν και όχι μόνο δια της κατασκευασμένης ηγεσίας. Τα μνημόνια είναι αυτός ο τρόπος της ευρωπαϊκής αποθέσμισης των αδυνάμων και αυτός είναι ο λόγος που κάνει τόσο απαραίτητο το ΔΝΤ σε αυτά: το ΔΝΤ δεν δεσμεύεται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και μπορεί να το καταργεί.
Εννοείται πως, η στρατηγική κατασκευής αντεθνικών ηγετών -όπου ήταν αυτό δυνατό- ξεκίνησε πανευρωπαϊκά πολύ πριν την κρίση και ήταν ήδη χρήσιμο εργαλείο όταν αυτή εισήχθη στην Ευρώπη εξ Αμερικής. Όμως, η κρίση έγινε ευκαιρία για να νομιμοποιηθεί ο υποβιβασμός των μικρών κρατών, θεσμικά πλεόν και όχι μόνο δια της κατασκευασμένης ηγεσίας. Τα μνημόνια είναι αυτός ο τρόπος της ευρωπαϊκής αποθέσμισης των αδυνάμων και αυτός είναι ο λόγος που κάνει τόσο απαραίτητο το ΔΝΤ σε αυτά: το ΔΝΤ δεν δεσμεύεται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και μπορεί να το καταργεί.
Αξίζει να προσεχθεί ότι, οικονομική βοήθεια με μνημονιακούς όρους δόθηκε στους μικρούς της ΕΕ (Ιρλανδία, Ελλάδα, Κύπρος, Πορτογαλλία) ενώ στους μεγάλους (Ισπανία, Ιταλία) δόθηκε βοήθεια και διασώθηκαν οι τράπεζές τους χωρίς μνημόνιο.
Η Ευρωκατοχή που βιώνει η Ελλάδα δεν έχει ως κίνητρο την αρπαγή των δήθεν αμύθητων θυσαυρών της και η παρ’ ολίγον χρεοκοπία της δεν σκηνοθετήθηκε από τους δανειστές. Η οικτρή μας θέση έχει σχέση με την ευρωπαϊκή οικοδόμηση επί πτωμάτων και με την ευκαιρία που έδωσε η παγκόσμια τραπεζική κρίση ώστε να εκμηδενιστεί η αντίσταση των ευρωπαϊκών κρατών κατώτερης κλάσης.